Τετάρτη, Σεπτέμβριος 21, 2011

Στο κατώφλι της έδρας μου...


Στο κατώφλι της… έδρας

Την παραμονή της έναρξης του σχολικού έτους, τότε που θα πρωτο-έμπαινα σε τάξη να πρωτο-διδάξω, θυμάμαι ένιωσα ιδιαιτέρως αμήχανα…

Ξαφνικά συνωστίσθηκαν στο νου μου όλες εκείνες οι πολυδαίδαλες θεωρίες μάθησης, παρήλασαν από τη μνήμη μου ένας σωρός πολυσχιδή διδακτικά σενάρια και σχεδόν πνίγηκα μέσα στη θάλασσα ατέρμονων σχεδίων και σημειώσεων – επιστημονική παρακαταθήκη της Πανεπιστημιακής μου θητείας…

Δεν ξέρω γιατί τα ένιωσα τόσο λιγοστά, αν όχι περιττά, τα περισσότερα από αυτά. Χρήσιμες οι γνώσεις αναμφίβολα, γοητευτικές οι μέθοδοι και οι ερευνητικοί πειραματισμοί. Αλλά τόσο φτωχά όλα αυτά να με υπερασπιστούν τη στιγμή της «πρώτης επαφής». Εκεί που ανοίγει η πόρτα και βρίσκεσαι αντιμέτωπος με 25 ζευγάρια ατίθασα, γεμάτα περιέργεια εφηβικά μάτια. Σε εκείνη τη στιγμή πάντα – μέχρι και σήμερα ακόμη – μετεωρίζεται ο νους μου, μουδιάζει το γλωσσικό μου αισθητήριο και στην παλέτα των συναισθημάτων μου απλώνεται το γκρι μιας θλιβερής αδεξιότητας.

Είναι σίγουρα πολύ εύκολο να αυτό-συστηθείς, με στομφώδες ύφος, υπερβάλλοντας κάπως σε χαρακτηρισμούς για τον εαυτό σου, σχετικά με αμείλικτες απαιτήσεις γνώσεων και πειθαρχίας ή αφήνοντας ευσχήμως, πλην σαφώς, υπονοούμενα περί της διδακτικής σου… δεινότητας. Μερικοί μάλιστα αρέσκονται, από την πρώτη ώρα στην τάξη, να σκηνοθετούν ένα image για τον εαυτό τους πολύ ιδεώδες για να είναι αληθινό, αδυνατώντας να προβλέψουν την αδήριτη πραγματικότητα, που σύντομα θα τραβήξει τη μάσκα και τότε ο «βασιλιάς θα μείνει γυμνός»…

Θα ήταν επίσης ενδεικνυόμενο ή παιδαγωγικά λειτουργικό (σύμφωνα με τη φρασεολογία των θεωριών) να καλωσορίσω θερμά τους μαθητές μου, να τους μιλήσω με ενθουσιασμό για τη χρησιμότητα και τους στόχους του φετινού μας μαθήματος για να ακολουθήσει βεβαίως –βεβαίως και μια διαλογική αλληλεπίδραση μέσω του «καταιγισμού ιδεών», ώστε να φτάσουμε στη διατύπωση ενός τυπικού «συμβολαίου συνεργασίας» καθηγητή – μαθητών.

Καλά αυτά… αλλά πώς να θεωρηθεί δεδομένη ή ακόμη χειρότερα να προσχηματισθεί η «θερμότητα» εκείνη τη στιγμή της κορύφωσης του άγχους;

Και πώς στ’ αλήθεια ν’ αρχίσεις να αναλύεις γνωστικούς στόχους και πώς να πείσεις περί του «διδακτικού αγαθού» όταν έχεις μπροστά σου 16ρηδες, που διαβάζεις στεντόρεια και αινιγματική την απορία στο βλέμμα τους: «Τι θέλει αυτός τώρα να μας πει; Τι μέρος του λόγου είναι; Και τι νομίζει ότι διαφέρει από τους υπόλοιπους κρίκους στην… ασφυξιογόνα αλυσίδα του σχολικού συστήματος»;

Δεν πέρασαν βλέπετε τρείς μήνες που «βρόντηξαν» σχεδόν όλοι την πόρτα πίσω τους, καθώς τερμάτιζαν αγκομαχώντας το παρελθόν σχολικό έτος. Δεν ήθελαν (ή δεν είχαν) να θυμούνται κάτι οι περισσότεροι… Και δικαιολογημένα. Όποια σελίδα κι αν ανοίξουν στο σχολικό ημερολόγιο της μνήμης τους, εδώ και πολλά χρόνια, από τότε ίσως που πρωτοκάθισαν σε θρανίο, δε θα συναντήσουν βιωμένη χαρά.

Μόνο άχαρα πρόσωπα ξεπροβάλλουν, που παρήλασαν από την έδρα, με ξύλινη γλώσσα και περισπούδαστο ύφος.

Μόνο πληγωμένα θρανία και μουτζουρωμένα βιβλία, που αποστηθίζοντάς τα γονατίζει η λογική και εξουδετερώνεται η κρίση…

Μόνο αδιαπέραστα πλέγματα από κανόνες περί του «ιδανικού μαθητή», φτιαγμένα από τη βαριά ύλη της βαθμοθηρίας και από την ευάρεστη συμμόρφωση σε ανελεύθερες «αρχές» και ταυτόχρονα αρκετός νοσηρός ψυχαναγκασμός για την επίτευξη του «γνωστικού πληθωρισμού»…(!)

Μόνο ατελείωτα ξενύχτια στο βωμό μιας εργασίας, ενός τέστ, ή (το συγκλονιστικότερο) ενός ΑΕΙ, ικανού να τους ευπροσωπήσει στην Τριτοβάθμια. Αυτό το περιώνυμο ΑΕΙ, που κατήντησε εισιτήριο για την κοινωνική καταξίωση και θέσφατο βιοτικής ευημερίας…

Κι έτσι ένιωσα μόνος, θλιβερά μόνος, εκείνη την πρώτη μέρα της θητείας μου στη σχολική έδρα, λίγο πριν το κατώφλι της πρώτης μου αίθουσας. Αποχωρισμένος από ποικίλους επιστημονικούς «μέντορες», εμπειρικά αναλφάβητος από πορίσματα παιδαγωγικών πειραμάτων, αμύητος σε προσχέδια και σενάρια. Άκουγα από μέσα τα θορυβώδη πειράγματα των υποψήφιων μαθητών μου, την ηχητική διάσπαση από την αμεριμνησία των διακοπών. Κάποιοι τολμούσαν να βγουν ως την πόρτα και βλέποντάς με να βηματίζω αργά προς αυτούς έσπευδαν δρομαίοι να ανακοινώσουν την άφιξή μου και μαζί προφανώς και το πρώτο εμφανισιακό «στίγμα» μου.

Κι εγώ έψαχνα την αρχή και το τέλος στον ακαταστάλαχτο νου μου. Πάλευα να επιβληθώ στην κυκλοθυμία μου. Ήθελα τόσα να τους πω, αλλά φοβόμουν να μην προδώσω τις προσδοκίες τους. Αγωνιούσα να μαντέψω με μια μου ματιά την όποια ικανοποίηση ή απαρέσκειά τους και ταυτόχρονα αισθανόμουν τόσο ενδεής και λίγος γι’ αυτό που είχε ανάγκη η ψυχή τους.

Έφθασα στην άκρη της πόρτας. Χαμήλωσα το κεφάλι για λίγα δευτερόλεπτα σε μια ύστατη προσπάθεια περισυλλογής. Και μετά προχώρησα αποφασιστικά.

Φθάνοντας στην έδρα, απλά τους κοίταξα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Ακίνητος, αμίλητος, με ένα αδιόρατο χαμόγελο.

Εκείνες, εκείνοι ανταποκρίθηκαν γρήγορα στη σιωπή μου. Ύστερα από τα πρώτα διερευνητικά δευτερόλεπτα αμηχανίας και ενώ τα βλέμματα είχαν πάρει φωτιά, ακούστηκε διστακτική αλλά αυθόρμητη, με πολλά ερωτηματικά η φωνή από το δεύτερο δεξιά θρανίο:

_ Λοιπόν ποιος είστε; Δε θα μας πείτε;

Ένα συγκαταβατικό χαμόγελο μας χαλάρωσε όλους.

_ Αυτό είναι που δυσκολεύομαι να σας πω, αποκρίθηκα. Θα προτιμούσα να μου το πείτε εσείς, στο τέλος της χρονιάς, κοιτώντας με στα μάτια….

Από τότε μου γεννήθηκε επιτακτική η ανάγκη να μάθω ποιος είμαι εγώ, ο «καθηγητής», που αναλαμβάνω τόσο εύκολα το ρόλο του μεταδότη γνώσεων, που επωμίζομαι ενίοτε και την ευθύνη της διαχείρισης συμπεριφορών, που έχω τη δικαιοδοσία από την Πολιτεία να κρίνω και να αξιολογώ. Πόσο οφείλω να συγκοινωνώ κατ’ επίγνωση με τον ψυχισμό αυτών των παιδιών, αν θέλω όχι να λέγομαι, αλλά και να είμαι δάσκαλός τους.

Τελικά υπηρετώντας με αγάπη την ψυχή και το μυαλό του κάθε μαθητή σου, προφανώς μαθαίνεις ποιος είσαι εσύ που καλείσαι να του «μάθεις γράμματα»…

Παρασκευή, Αύγουστος 05, 2011

Μεσάνυχτα Ιουλίου...



Ιούλιος μεταμεσονύχτι...
κι έσκυψα ν' αφουγκραστώ την ψυχή μου.
Πάλι το αδιαχώρητο στους πείσμονες λογισμούς
κι εκείνη η τροχοπέδη των έμμονων αισθημάτων ακατάπαυστη.
Έτσι βρέθηκα να σκαλίζω για δυο σπόρους Φως
εκει που θερίζει αχόρταγη
η καθημερινή δυναστεία της ανάγκης...

Φτωχή η ψυχή μου κι ο σπόρος σήπεται...
Μόνη φαντάζει ελπίδα το χώμα,
που καταλύοντας ανασταίνει
βλάστημα αθανασίας!

Λ.Κ.

Σάββατο, Ιούνιος 25, 2011

ο Έρωτας και ο Χρόνος


Περνούσε ο Χρονος τη συνηθισμένη βαρετή πορεία του, όταν είδε έναν Έρωτα ξαπλωμένο κάτω από μια ελιά. Αναμαλλιασμένος, ξυπόλυτος, αλλού τα βέλη, αλλού τα τόξα.
Ο Χρόνος κατέβηκε, σταμάτησε απο πάνω του, τον περιεργάστηκε κάμποση ώρα και τέλος τον πείραξε:
_ "Και τι δε θά 'δινα για την τρέλα και τα νιάτα σου! "
_ "Η τρέλα είναι ό,τι πιο ακριβό έχω, άρχοντα. Δεν πωλείται! Για τα νιάτα μου όμως, που είναι ρόδα και θα πέσουν, τι μου δίνεις;"
_ "Ό,τι μου ζητήσεις".
_ "Ένα κουμπί να το πατώ, να σταματάς όποτε εγώ το θέλω", είπε καθαρά, συλλαβιστά.
Γελάει ο Χρόνος, του χαϊδεύει τα μαλλιά και του λέει φεύγοντας:
_ "Δεν ξέρεις, λοιπόν, πως είσαι σπουδαίος και περιζήτητος, ακριβώς επειδή δεν έχεις χρόνο;" !

(από την "Εξομολόγηση μιας τελείας" Λουδοβίκου των Ανωγείων)

Πέμπτη, Ιούνιος 02, 2011

29η Μαΐου...


29 Μαΐου…

Ημέρα εθνικής οιμωγής.


Πεντέμισι αιώνες τη βαριά σιωπή του χρόνου

σπάει στεντόρεια η μνήμη.

Την κουβαλά στις φτερούγες του ατόφια

ο δικέφαλος αετός,

καθώς εποπτεύει αμείλικτος τα ανόσια έργα,

εκείνα που χαράκωσαν βάρβαρα το σώμα της Αυτοκρατορίας

κι αυτά που ακόμη λεηλατούν

το ταπεινό της υπόλειμμα.

Παραφρονεί αναμηρυκάζοντας το όνειδος

η μνήμη…

Και τότε θαρρείς πετιέται σύγκορμη

με γιγάντιο άλμα,

ανάστροφα στη ροή του δαμαστή χρόνου

και κοντοστέκεται εκεί, στην Πύλη του Ρωμανού…

Αφουγκράζεται το ψυχομαχητό

του τελευταίου Βυζαντινού Αυτοκράτορα.

Ύστερα, γλιστρά αθόρυβα

ανάμεσα στα μισογκρεμισμένα τείχη

αναμετρώντας, σαστισμένη, κουφάρια Αγαρηνών και σκηνώματα εθνομαρτύρων,

καθώς σκίζουν την ακοή σπαρακτικά τα «Ἑάλω!»

Μα εκεί…

στο μαρμάρινο κράσπεδο της Αγια-Σοφιάς

γονατίζει ασθμαίνουσα… η μνήμη.

Δεν μπορεί να μπει μέσα.

Δεν ξέρει γιατί…

Είναι τα στίφη των καβαλάρηδων που την πνίγουν;

Είναι τα βρεγμένα μάτια, που σκύβουν ανυπεράσπιστα στην ατίμωση;

Μήπως είναι το «ευάρεστον» θυμίαμα,

που απ’ το χέρι του λειτουργού

ανεβαίνει πυκνό στους ψηφιδωτούς θόλους

και αντιπαλεύει στην όσφρηση την οσμή του θανάτου;

Δεν ξέρει η μνήμη…

Κι ούτε μπορεί και θέλει το γρίφο της «πτώσης» να λύσει.

Μόνο να ψηλαφήσει την αλήθεια ξανά θέλει,

αγγίζοντας τη λαβωματιά του Γένους,

που ακόμα αιμορραγεί ντροπή και οδύνη…

Να βαπτιστεί ξανά θέλει

στο αίμα που νότισε τα ιερά και όσια της Βασιλεύουσας.

Να αναστηθεί πάλι ζητά,

μεταλαμβάνοντας Χριστό και Ελλάδα

από εκείνο το δισκοπότηρο,

που γλίτωσε το μίασμα των υβριστών.

Να ξεδιψάσει θέλει από το καύμα του πόνου και της αδικίας

στο άκουσμα του Χερουβικού

που θα σημάνει την ξανάνιωμα της Φυλής

μες στην αρχαία Ρωμαίικη μήτρα της.

Αυτή η προσδοκία τρέφει τη μνήμη.

Αυτή η Αλήθεια την γιγαντώνει.

Όσο κι αν οι αψευδείς πόθοι της διακωμωδούνται

στα σαλόνια της «πολιτισμένης» διανόησης

και χλευάζονται στο στόμα

μερικών ιοβόλων γραικύλων,

η μνήμη θα είναι πάντα εκεί,

στητή κι ολόρθη, στο μετερίζι της Ιστορίας,

έτοιμη να σκουπίσει τα μάτια της «κυρα-Δέσποινας»

μόλις οι χρόνοι και οι καιροί

κάνουν δικά μας, όσα οι ψυχές των νεκρών λαχταρούν

και οι καρδιές των ζώντων προσμένουν…

Λ.Κ.

Δευτέρα, Μάϊος 02, 2011

Πίσω από το κόκκινο της Ανάστασης...


Ό
ταν η προσδοκία της Ανάστασης ταξιδεύει στα θλιμμένα μάτια των παιδιών... νομίζω παίρνει άλλο χρώμα...
Ίσως να παίρνει το μελαμψό, του δέρματός τους, ένα χρώμα που τα καθιστά δαχτυλοδειχτούμενα στον κόσμο των ισχυρών λευκών...
Ίσως εκείνο, το σκοτεινό μελί των ματιών τους, όταν ζητιανεύουν ελπίδα, στο κατώφλι του ..."στιγματισμένου" θανάτου...
Ίσως πάλι, να παίρνει το χρώμα της ψυχής τους, δηλ. το κατάλευκο της παιδικής αθωότητας, που μου φαίνεται το ιδανικότερο "ένδυμα", για να κρατήσουν στα χεράκια τους τα Πασχαλινά αυγουλάκια...
"Ποιό το χρώμα της Αγάπης (της Αναστάσιμης Αγάπης) ποιός θα μου το πεί....;" τραγουδάει ο Λουδοβίκος...

Λ.

Σάββατο, Απρίλιος 16, 2011

Η μονοκοντυλιά...



Βράδυ στο σπίτι, συνήθως μόνοι,

σκυμμένοι σε χαρτούρες βιβλίων, άλλοι βυθισμένοι στον καναπέ,

άλλοι ακουμπώντας το ταλαιπωρημένο βλέμμα σε οθόνες,

ψάχνουμε, λίγο - πολύ όλοι,

να σύρουμε τη μονοκοντυλιά της μέρας...

Ένα κάτι σαν σταγόνες του ανάλεκτου πόνου,

ή σκορπισμένες ψηφίδες χαράς

μια υπογραφή επώνυμη σε όσα συνειδητά υποκύψαμε

ή ασυνείδητα ενδώσαμε...

Σε μια λέξη με υπονοούμενο, σε μια πράξη με πάθος, ή

και σε ένα βλέμμα ανυπεράσπιστο

γυρεύουμε να χωρέσουμε το απόσταγμα του καθημερινού τρύγου...

Και όσοι και όταν και αν τα καταφέρουμε

τσακίζουμε βιαστικά το χαρτί και κρύβουμε στο βάθος του συρταριού

την απέριττη δική μας μονοκοντυλιά,

πριν προλάβει να την αρπάξει ο άνεμος της λήθης

και πριν τη σύρει στα σκοτάδια του, βίαια, το υποσυνείδητο

ή την τσαλακώσει με τα βρώμικα χέρια της

η υστερόβουλη περιέργεια των άλλων...

Λ.Κ.

Τρίτη, Ιανουάριος 04, 2011

Ο χρόνος που φεύγει... χωρίς να υπήρξε!

Να πιστεύεις στη δύση ενός χρόνου είναι σαν να φιλοδοξείς να ζεις έξω από την ατμόσφαιρα, χωρίς εισπνοή οξυγόνου...

Γιατί απλά δεν μπορεί ποτέ, στον κόσμο μας, να "δύσει" κάτι που γεννήθηκε με την "ανατολή" - δημιουργία του ανθρώπου, όπως και η εγκόσμια ζωή σταματά όταν παύσει ο παλμός των πνευμόνων. Και φαντάζει εντελώς παράταιρο το άρθρο "ένας" ή "ο", που βάζουμε μπροστά από το "χρόνο" αυτές τις μέρες... τη στιγμή που δεν μπορούμε να σπάσουμε σε κομμάτια το κέλυφος που μας τυλίγει.

Αν λοιπόν συνηθίσαμε να μετρούμε τις περιστροφές της γης, να αγκιστρωνόμαστε από αναμνήσεις και να επενδύουμε σε στιγμές του μέλλοντος, στην ουσία δεν κάνουμε τίποτε περισσότερο από το να παγιδευόμαστε στην ψευδαίσθηση του οριοθετημένου χρόνου.... Μια ψευδαίσθηση που γεννήθηκε....

... από την ανάγκη να παρατηρούμε τις μεταβολές γύρω μας και μέσα μας
... από τη νοσταλγία για το χές και από την ελπίδα για το αύριο
... από τον οίστρο του άγχους μας για να τεμαχίζουμε την πολυάσχολη καθημερινότητα
... ή ίσως και από τον εναγώνιο πόθο μας να αυξήσουμε το προσδόκιμο της βιολογικής μας επιβίωσης...

Ωστόσο, εμείς τα "έγχρονα" πλάσματα, που ξεροσταλιάζουμε κατρερώντας την αποδρομή μια Δύσης στο κατώφλι μιας Ανατολής, εμείς που εναποθέτουμε στον τυχοδιωκτισμό του τζόγου τα "σάρκινα" όνειρά μας, εμείς που αντιστεκόμαστε στην υλική φθορά με τις αστραφτερές "μάσκες" της Τεχνολογίας, εμείς... φέρουμε μέσα μας - γενετικά (στο πνευματικό DNA μας) προδιαγραφές Αιωνιότητας...

Έτσι ο χρόνος παύει να υπάρχει στο ψυχικό μας σύμπαν ή κάποτε απλά "συστέλλεται" και "διαστέλλεται" ανάλογα με την ένταση και την ποιότητα των βιωμάτων μας:

Η στιγμή γίνεται αιώνας για έναν ερωτευμένο...
Η αναμονή τσακίζει έναν πονεμένο...
Οι αποστάσεις εξατμίζονται με τον συντονισμό των καρδιών...
Η αγάπη μάς εκτροχιάζει από τις συμβατικές ράγες του χρόνου και μας διακτινίζει στο άπειρο κάλλος του πνεύματος...

"¨Κάλλιο μια μέρα στην αυλή Σου Κύριε...
παρά χιλιάδες σ' αμαρτωλών λημέρια..."

όπως θά 'λεγε ο Παπαδιαμάντης, που σαν χθες, πριν 100 χρόνια έκλεισε τα μάτια του σ' αυτόν τον ασφυκτικό από το "χρόνο" κόσμο μας...

Και πού ξέρετε ... ίσως ο χρόνος τελικά να είναι μια πρόγευση της αιωνιότητας....

Λ.Κ.