
Στο κατώφλι της… έδρας
Την παραμονή της έναρξης του σχολικού έτους, τότε που θα πρωτο-έμπαινα σε τάξη να πρωτο-διδάξω, θυμάμαι ένιωσα ιδιαιτέρως αμήχανα…
Ξαφνικά συνωστίσθηκαν στο νου μου όλες εκείνες οι πολυδαίδαλες θεωρίες μάθησης, παρήλασαν από τη μνήμη μου ένας σωρός πολυσχιδή διδακτικά σενάρια και σχεδόν πνίγηκα μέσα στη θάλασσα ατέρμονων σχεδίων και σημειώσεων – επιστημονική παρακαταθήκη της Πανεπιστημιακής μου θητείας…
Δεν ξέρω γιατί τα ένιωσα τόσο λιγοστά, αν όχι περιττά, τα περισσότερα από αυτά. Χρήσιμες οι γνώσεις αναμφίβολα, γοητευτικές οι μέθοδοι και οι ερευνητικοί πειραματισμοί. Αλλά τόσο φτωχά όλα αυτά να με υπερασπιστούν τη στιγμή της «πρώτης επαφής». Εκεί που ανοίγει η πόρτα και βρίσκεσαι αντιμέτωπος με 25 ζευγάρια ατίθασα, γεμάτα περιέργεια εφηβικά μάτια. Σε εκείνη τη στιγμή πάντα – μέχρι και σήμερα ακόμη – μετεωρίζεται ο νους μου, μουδιάζει το γλωσσικό μου αισθητήριο και στην παλέτα των συναισθημάτων μου απλώνεται το γκρι μιας θλιβερής αδεξιότητας.
Είναι σίγουρα πολύ εύκολο να αυτό-συστηθείς, με στομφώδες ύφος, υπερβάλλοντας κάπως σε χαρακτηρισμούς για τον εαυτό σου, σχετικά με αμείλικτες απαιτήσεις γνώσεων και πειθαρχίας ή αφήνοντας ευσχήμως, πλην σαφώς, υπονοούμενα περί της διδακτικής σου… δεινότητας. Μερικοί μάλιστα αρέσκονται, από την πρώτη ώρα στην τάξη, να σκηνοθετούν ένα image για τον εαυτό τους πολύ ιδεώδες για να είναι αληθινό, αδυνατώντας να προβλέψουν την αδήριτη πραγματικότητα, που σύντομα θα τραβήξει τη μάσκα και τότε ο «βασιλιάς θα μείνει γυμνός»…
Θα ήταν επίσης ενδεικνυόμενο ή παιδαγωγικά λειτουργικό (σύμφωνα με τη φρασεολογία των θεωριών) να καλωσορίσω θερμά τους μαθητές μου, να τους μιλήσω με ενθουσιασμό για τη χρησιμότητα και τους στόχους του φετινού μας μαθήματος για να ακολουθήσει βεβαίως –βεβαίως και μια διαλογική αλληλεπίδραση μέσω του «καταιγισμού ιδεών», ώστε να φτάσουμε στη διατύπωση ενός τυπικού «συμβολαίου συνεργασίας» καθηγητή – μαθητών.
Καλά αυτά… αλλά πώς να θεωρηθεί δεδομένη ή ακόμη χειρότερα να προσχηματισθεί η «θερμότητα» εκείνη τη στιγμή της κορύφωσης του άγχους;
Και πώς στ’ αλήθεια ν’ αρχίσεις να αναλύεις γνωστικούς στόχους και πώς να πείσεις περί του «διδακτικού αγαθού» όταν έχεις μπροστά σου 16ρηδες, που διαβάζεις στεντόρεια και αινιγματική την απορία στο βλέμμα τους: «Τι θέλει αυτός τώρα να μας πει; Τι μέρος του λόγου είναι; Και τι νομίζει ότι διαφέρει από τους υπόλοιπους κρίκους στην… ασφυξιογόνα αλυσίδα του σχολικού συστήματος»;
Δεν πέρασαν βλέπετε τρείς μήνες που «βρόντηξαν» σχεδόν όλοι την πόρτα πίσω τους, καθώς τερμάτιζαν αγκομαχώντας το παρελθόν σχολικό έτος. Δεν ήθελαν (ή δεν είχαν) να θυμούνται κάτι οι περισσότεροι… Και δικαιολογημένα. Όποια σελίδα κι αν ανοίξουν στο σχολικό ημερολόγιο της μνήμης τους, εδώ και πολλά χρόνια, από τότε ίσως που πρωτοκάθισαν σε θρανίο, δε θα συναντήσουν βιωμένη χαρά.
Μόνο άχαρα πρόσωπα ξεπροβάλλουν, που παρήλασαν από την έδρα, με ξύλινη γλώσσα και περισπούδαστο ύφος.
Μόνο πληγωμένα θρανία και μουτζουρωμένα βιβλία, που αποστηθίζοντάς τα γονατίζει η λογική και εξουδετερώνεται η κρίση…
Μόνο αδιαπέραστα πλέγματα από κανόνες περί του «ιδανικού μαθητή», φτιαγμένα από τη βαριά ύλη της βαθμοθηρίας και από την ευάρεστη συμμόρφωση σε ανελεύθερες «αρχές» και ταυτόχρονα αρκετός νοσηρός ψυχαναγκασμός για την επίτευξη του «γνωστικού πληθωρισμού»…(!)
Μόνο ατελείωτα ξενύχτια στο βωμό μιας εργασίας, ενός τέστ, ή (το συγκλονιστικότερο) ενός ΑΕΙ, ικανού να τους ευπροσωπήσει στην Τριτοβάθμια. Αυτό το περιώνυμο ΑΕΙ, που κατήντησε εισιτήριο για την κοινωνική καταξίωση και θέσφατο βιοτικής ευημερίας…
Κι έτσι ένιωσα μόνος, θλιβερά μόνος, εκείνη την πρώτη μέρα της θητείας μου στη σχολική έδρα, λίγο πριν το κατώφλι της πρώτης μου αίθουσας. Αποχωρισμένος από ποικίλους επιστημονικούς «μέντορες», εμπειρικά αναλφάβητος από πορίσματα παιδαγωγικών πειραμάτων, αμύητος σε προσχέδια και σενάρια. Άκουγα από μέσα τα θορυβώδη πειράγματα των υποψήφιων μαθητών μου, την ηχητική διάσπαση από την αμεριμνησία των διακοπών. Κάποιοι τολμούσαν να βγουν ως την πόρτα και βλέποντάς με να βηματίζω αργά προς αυτούς έσπευδαν δρομαίοι να ανακοινώσουν την άφιξή μου και μαζί προφανώς και το πρώτο εμφανισιακό «στίγμα» μου.
Κι εγώ έψαχνα την αρχή και το τέλος στον ακαταστάλαχτο νου μου. Πάλευα να επιβληθώ στην κυκλοθυμία μου. Ήθελα τόσα να τους πω, αλλά φοβόμουν να μην προδώσω τις προσδοκίες τους. Αγωνιούσα να μαντέψω με μια μου ματιά την όποια ικανοποίηση ή απαρέσκειά τους και ταυτόχρονα αισθανόμουν τόσο ενδεής και λίγος γι’ αυτό που είχε ανάγκη η ψυχή τους.
Έφθασα στην άκρη της πόρτας. Χαμήλωσα το κεφάλι για λίγα δευτερόλεπτα σε μια ύστατη προσπάθεια περισυλλογής. Και μετά προχώρησα αποφασιστικά.
Φθάνοντας στην έδρα, απλά τους κοίταξα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Ακίνητος, αμίλητος, με ένα αδιόρατο χαμόγελο.
Εκείνες, εκείνοι ανταποκρίθηκαν γρήγορα στη σιωπή μου. Ύστερα από τα πρώτα διερευνητικά δευτερόλεπτα αμηχανίας και ενώ τα βλέμματα είχαν πάρει φωτιά, ακούστηκε διστακτική αλλά αυθόρμητη, με πολλά ερωτηματικά η φωνή από το δεύτερο δεξιά θρανίο:
_ Λοιπόν ποιος είστε; Δε θα μας πείτε;
Ένα συγκαταβατικό χαμόγελο μας χαλάρωσε όλους.
_ Αυτό είναι που δυσκολεύομαι να σας πω, αποκρίθηκα. Θα προτιμούσα να μου το πείτε εσείς, στο τέλος της χρονιάς, κοιτώντας με στα μάτια….
Από τότε μου γεννήθηκε επιτακτική η ανάγκη να μάθω ποιος είμαι εγώ, ο «καθηγητής», που αναλαμβάνω τόσο εύκολα το ρόλο του μεταδότη γνώσεων, που επωμίζομαι ενίοτε και την ευθύνη της διαχείρισης συμπεριφορών, που έχω τη δικαιοδοσία από την Πολιτεία να κρίνω και να αξιολογώ. Πόσο οφείλω να συγκοινωνώ κατ’ επίγνωση με τον ψυχισμό αυτών των παιδιών, αν θέλω όχι να λέγομαι, αλλά και να είμαι δάσκαλός τους.
Τελικά υπηρετώντας με αγάπη την ψυχή και το μυαλό του κάθε μαθητή σου, προφανώς μαθαίνεις ποιος είσαι εσύ που καλείσαι να του «μάθεις γράμματα»…




