Σάββατο, Σεπτεμβρίου 10, 2016

Ο κυρ-Αλέξανδρος (Παπαδιαμάντης) ψάλτης!


    Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας της εποχής Γεράσιμος Βώκος μας διασώζει μια ξεχωριστή περιγραφή του σεπτού κυρ-Αλέξανδρου, του αγίου των Γραμμάτων μας, οσάκις ανέβαινε στο ιερό αναλόγιον του Αγίου Ελισσαίου, ενός ναού που πολύ υποληπτόταν και αγαπούσε.
   Η περιγραφική εικόνα θεωρώ ότι αποκρυπτογραφεί εναργέστατα το θρησκευτικό βίωμα και την ιεροψαλτική ευπρέπεια του μεγάλου αυτού ανδρός, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί κι ένα υπόδειγμα – πρότυπο προς μίμηση για το ψαλτικό ήθος πολλών ημών εκ των ιεροψαλτών, που ενίοτε φαίνεται να χάνουμε την αίσθηση του ιερού αυτού λειτουργήματος μας.

« (…) Ὁ  Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης εἶχε μεταρσιωθεῖ ἐν τῇ ἐκπληρώσει τῶν ἱερῶν του καθηκόντων. Αἴγλη ἀπολύτου εὐτυχίας ἐφώτιζε τήν δασύτριχον μορφήν του μέ τήν σγουράν γενειάδα καί τήν ὁμόχρωμον πλουσίαν κόμην.  Ἦτο ἀγνώριστος καί ἡ μορφή ἐκείνη, ἡ τόσο σκυθρωπή κατά τάς ὥρας τῆς ἐργασίας εἰς το γραφεῖον, ἐφαιδρύνετο ὑπεράνω τοῦ ἱεροψαλτικοῦ ἀναλογίου. Ἔψαλλε δε ὁ συγγραφεύς μετά ζέσεως καί πάθους ἀληθινοῦ, ἐντείνων τήν φωνήν, τηρῶν τόν χρόνον διά βιαίας καταφορᾶς τῆς χειρός του ἐπί τοῦ ἐρείσματος τοῦ στασιδίου, ἀλλά τηρῶν συγχρόνως καί τήν τάξιν τοῦ ναοῦ, ὁσάκις κανείς παρεκτρέπετο ἤ ἐθορύβει…»


  
   Υ.Γ.  Το εκκλησάκι του Αγίου Ελισσαίου, που χρονολογείται στα μέσα του 16ου αιώνα, αποτέλεσε τα χρόνια από το 1885 έως το 1943 «στέκι» λογοτεχνών και λογίων της εποχής. Εκεί εκκλησιάζονταν, εξαιτίας της εμβληματικής μορφής του Παπαδιαμάντη και «εκ περιεργείας», για ν' ακούσουν τη «φωνή γεμάτη ευλάβεια», ο Παύλος Νιρβάνας, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο Γεράσιμος Βώκος κ.ά...

Τρίτη, Αυγούστου 02, 2016

Μεσούντος του θέρους... παρεστιγμένες μνήμες!


     Όσο αποστασιοποιούμαστε από τις φορτικές μέριμνες και τους θυελλώδεις εργασιακούς ρυθμούς του παρελθόντος χειμερινού (ή ειδικότερα σχολικού) έτους, τόσο είναι λογικό (και χρήσιμο) να ανακύπτει μέσα μας - και συχνά με επιτακτικό τρόπο - μια διάθεση αναστοχασμού. Έτσι, πριν παραδοθούμε άνευ όρων στην καλοκαιρινή ραστώνη και το κύμα ξεθωριάσει όσα με κόπο σκαλίσαμε (διδάσκοντες και διδασκόμενοι) στης ψυχής μας τα δίπτυχα, θέλουμε να συνάξουμε τον καρπό των μόχθων μας, να κρίνουμε και να αποταμιεύσουμε πράξεις και βιώματα. 

   Πόσοι στόχοι μας τελικά επιτεύχθηκαν? Με πόση επιμονή κυνηγήσαμε τα όνειρά μας? Πού δειλιάσαμε και καμφθήκαμε? Πού αντιπαλέψαμε με πείσμα τις αντιξοότητες και την ηττοπάθεια? Γιατί δεν τελεσφόρησαν κάποιοι κόποι μας, ενώ αλλού γευτήκαμε αναπάντεχες εύνοιες?

    Αποτιμώντας την ετήσια σοδειά μας, είτε πλούσια είτε φτωχή, σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι μάς πιστώνεται μεγάλο όφελος.

   Μαθαίνουμε πρωτίστως να αξιολογούμε τον αγώνα μας. Διερευνούμε τις προθέσεις, τα κίνητρα, την κυμαινόμενη ή την αδιάπτωτη θέληση, το ποιόν του αποτελέσματος. Έτσι καταθέτουμε στο ενεργητικό μας επιτυχίες, στιγμές περιεκτικής χαράς και γεύσεις ψυχικής πληρότητας. Από την άλλη καταγράφουμε με δικαιοσύνη και τις πτώσεις μας. Ομολογούμε τις αποτυχίες μας, ανιχνεύουμε τα πάθη μας, ερμηνεύουμε τα λάθη μας και αποκομίζουμε μέγιστα διδάγματα. 

   Το κυριότερο ίσως από όλα είναι ότι μέσα από αυτόν τον αυτο-απολογισμό μας συναντούμε τον αυθεντικό μας εαυτό. Έναν εαυτό που συχνά αρέσκεται να μας ξεγλιστρά και να γεννά μέσα μας νόθες εντυπώσεις... Έναν εαυτό που υποδύεται ενίοτε πολλούς ρόλους στην καθημερινή τύρβη προσμένοντας αυτοδικαίωση και παραδοχή. Ή ακόμη και έναν εαυτό που υπνώττει κάτω από μικρόψυχες μιζέριες και ποικίλες συναισθηματικές τυραννίες.

   Παράλληλα, σε αυτήν την εταστική οπτική του εαυτού μας αντικατοπτρίζεται και η ποιότητα των σχέσεων μας! Όσο πιο αληθινοί και γνήσιοι υπήρξαμε τόσο κέρδισαν οι σχέσεις μας σε αξιοπιστία και βαθύτητα. Η εναργής αυτο-παρατηρησία μας αποτελεί εχέγγυο έντιμης συμπεριφοράς και κοινωνικής συνείδησης στις αναστροφές μας. Ταυτόχρονα μας κάνει δικαιότερους κριτές και πολύτιμους αρωγούς των άλλων, καθώς καλλιεργούμε την ενσυναίσθηση και τον αλτρουισμό.

   Πόσο σοφούς μας κάνει αυτός ο πνευματικός αναμηρυκασμός! Πόσες υγιείς δυνάμεις αφυπνίζει μέσα μας! Πόση αλήθεια ανακύπτει από μια τέτοια θαρραλέα ανατομία του ψυχισμού μας! 

   Μακάρι το τέλος του φετινού θέρους να μη μας βρει μόνο με ηλιοκαμένα σώματα και διάχυτα αισθήματα, αλλά και με ανακαινισμένο νου και αναθάλλουσες ψυχές, έτοιμους για υψιπετείς πορείες!

Λουκάς Κασιάρας
     Φιλόλογος

 (από δημοσίευση στο frear.gr)

Σάββατο, Ιανουαρίου 09, 2016

Η Σμύρνη Μάνα χαμογέλασε...


         Θεοφάνεια μεσημέρι. Δεν το πολυπίστεψα όταν το άκουσα στις ειδήσεις. Θα τελεστούν φέτος τα Θεοφάνεια στη Σμύρνη! Θα γίνει ο αγιασμός των υδάτων στην παραλία της πόλης! Πού? Πότε? Πώς?
           Στην προκυμαία της Σμύρνης; Εκεί στις ακτές της Ομηρικής Ιωνίας; Στο χωροχρονικό σύμβολο του μαρτυρικού ελληνισμού; 94 χρόνια μετά…;
           Μα δεν μπορεί. Ούτε καν το έχουν διανοηθεί ποτέ να το επιτρέψουν οι ...άσπονδοι γείτονες. Πού; Στην πόλη εκείνη που σταμάτησε ο ιστορικός χρόνος το Σεπτέμβριο του ’22; Εκεί που ακόμη μυρίζει αίμα η στάχτη των 46 (γεμάτων από Έλληνες) εκκλησιών που κάηκαν; Εκεί που θαρρείς πως και η βοή του αέρα διηγείται τη φρικωδία των κεμαλικών, και αναπαράγει τους γόους των δεκάδων χιλιάδων σφαγμένων και ατιμασμένων προγόνων μας; Δίπλα στη θάλασσα εκείνη, που κοκκίνησε απ’ το αίμα των τουφεκισμένων, που κρατά ακόμη στα σπλάχνα της – σαν ιερό φυλαχτό –  υπολείμματα των πνιγμένων μανάδων και βρεφών; 
         Δεν τα είχα διαβάσει μόνο όλα αυτά… Πιότερο τα κρατώ στα φυλλοκάρδια μου, από τις ματωμένες μνήμες, τις ολοζώντανες διηγήσεις της μικρασιάτισσας γιαγιάς μου…     
         Άνοιξα εμβρόντητος το διαδίκτυο, έψαξα στα γρήγορα δυο – τρεις ιστοσελίδες μήπως και ήταν πρωτοχρονιάτικο ευτράπελο, μήπως απλά εκφραζόταν θεωρητικά η επιθυμία, στο πλαίσιο κάποιας πολιτικής αβρότητας, για να συμβεί κάτι στο πολύ απώτερο μέλλον ή μήπως επρόκειτο για ενδόμυχη εθνική προσδοκία, εκζήτηση, ίσως απαίτηση…
         Κι όμως παντού διαμηνυόταν πιστοποιημένη η είδηση… Άνοιξα την τηλεόραση και περίμενα να δω, ιδίοις όμμασι, το παράδοξο συμβάν…
         Δεν άργησε να εμφανιστεί στην οθόνη το πλήθος των ανθρώπων που συνέρρεαν σιγά σιγά στο λιμάνι της ένδοξης μικρασιατικής μεγαλόπολης. Δειλά δειλά γέμιζε η προβλήτα. Στη αρχή, καμιά πενηνταριά. Αργότερα διακόσιοι, τριακόσιοι.  Μπροστάρης ο συγκινημένος π. Κύριλλος, η ψυχή αυτής της προσπάθειας, όπως μάθαμε εκ των υστέρων. Με  στεντόρεια φωνή παιάνιζε το «Εν Ιορδάνη …», ενώ με την επιβλητική απλότητα των κινήσεών του υποδήλωνε τα συγκλονιστικά βιώματα που τον συνείχαν. Ζούσε την κάθε στιγμή αυτής της τελετής με μια αίσθηση ζωντανής ιστορικής συνέχειας, στιγμές που πίστευες ότι εκτείνονται στην αιωνιότητα.  «Ex hoc momento pendet aeternitas» , που έλεγαν και οι Λατίνοι...
          Παρακολουθούσα με συναισθηματική ένταση την ακολουθία. Οι αισθήσεις μου κατέγραφαν το παρόν, αλλά ο νους, οι εικόνες, τα συναισθήματα με γύριζαν στο παρελθόν, σε δακρυσμένα λόγια που είχαν σταλάξει κόμπος - κόμπος στην παιδική μου ψυχή, πριν χρόνια.
        Και ξαφνικά… Δεν ξέρω τι έγινε. Αλλά μέσα εκεί στο θερμό και ευσυγκίνητο πλήθος, που συνωστιζόταν για να δει τη στιγμή της κατάδυσης του Σταυρού στη θάλασσα, μια λεπτή κοριτσίστικη φιγούρα ένιωσα να κινείται. Καχεκτική, με πελιδνό προσωπάκι και ωχρά χείλη, με μια σφραγίδα πόνου ανεξίτηλη, καταμεσής στο μέτωπο. Σφιχτοδεμένο πάνω της ένα μισολιωμένο πανωφόρι, ίσα ίσα να τυλίγει ότι είχε απομείνει στο 13χρονο σώμα της από το σαράκι της δολοφονικής μικρασιατικής γρίπης…
     Ένιωσα ρεύμα να με διαπερνά. Τινάχτηκα από το κάθισμα. Ανοιγόκλεισα τα μάτια. Χρειάστηκα μερικά δευτερόλεπτα ώσπου να συνειδητοποιήσω και να αποδεχθώ τον ψυχικό μου συνειρμό. Αισθήσεις και μνήμες, παρόν και παρελθόν είχαν γίνει πια ένα.
        Ήταν η γιαγιά μου. Βρισκόταν εκεί,  Αναζήτησα εναγωνίως το βλέμμα της. Σκυφτή, με την έμφυτη παιδική της συστολή, περπατούσε σφίγγοντας πάνω της τα τριμμένα παλιόρουχα. Με την αραχνοϋφαντη σιλουέτα της ελισσόταν σιωπηλά ανάμεσα στον κόσμο. Έδειχνε να τους κοιτά απορημένη. Μάλλον η ίδια έμενε απαρατήρητη. Φτάνοντας στην άκρη της προκυμαίας σταμάτησε. Και τότε μόνο σήκωσε τα μάτια… Πως πω Θεέ μου! Κατακόκκινα απ΄ τον πυρετό. Και μια σκιά θανάτου κατέβαινε από τα βλέφαρα. Ήταν που μόλις είχε δει σκοτωμένους τους γονείς της και τα έξι αδέλφια της από το μαχαίρι των Νεότουρκων; Ήταν που οσφραινόταν την οσμή του θανάτου να την κυκλώνει ολούθε; Δεν ξέρω…
       Πάντως, ατένιζε ακίνητη για ώρα την απλωμένη θάλασσα. Άκουγε τους ντόπιους Σμυρνιούς (όσοι απέμειναν, φύτρα των δοξασμένων καιρών)  αλλά και αρκετούς  ξένους, να σιγοψάλλουν τους χαρμόσυνους ύμνους, και έδειχνε να ηρεμεί, και να γλυκαίνει. Το σύννεφο της θλίψης διαλυόταν. Τα μάτια της όμως παρέμεναν πάντα βυθισμένα σαν άγκυρες εκεί στη αγαπημένη της θάλασσα. Φαινόταν να έψαχναν εναγωνίως προσφιλή πρόσωπα. Ψαχούλευαν θαρρείς το κύμα για να αναστήσουν αγάπες και όνειρα.
       Εκείνη τη στιγμή έπεσαν στη θάλασσα 5 – 6 ψυχωμένοι νεαροί για το Σταυρό. Ανάμεσά τους και ένας πιο ηλικιωμένος, Ίμβριος, που είχε πολύχρονη λαχτάρα και καημό να κολυμπήσει μια τέτοια μέρα στα πάτρια νερά και ν’ ασπαστεί το σύμβολο της ορθόδοξης ρωμιοσύνης.
       Ο Σταυρός περνώντας από τα χέρια των κολυμβητών έφτασε στα χέρια του ιερέα. Ύστερα από λίγο, ένα λιτό στεφάνι από άνθη έφευγε από τα ίδια χέρια για να σμίξει με την πολύπαθη Σμυρνιώτικη θάλασσα.  Ακούστηκε σπασμένη, σχεδόν απόκοσμη η φωνή του π. Κύριλλου: «Για τους προγόνους μας»!
       Και συμπλήρωσε: «Ενώνονται σήμερα οι σταγόνες από τον αγιασμό της Σμύρνης μαζί με τα δάκρυα αλλά και την χαρά των πρόγονων μας»…
       Αυτή η φωνή και η διάπυρη ευχή  αισθάνθηκα να διαπέρασε την αχλύ των 94 χρόνων και να έφτασε στις κοιμισμένες και διψασμένες για δικαιοσύνη καρδιές των οικτρώς αναιρεθέντων εν Μικρασία προπατόρων μας…
      Αίφνης, τα μάτια της παιδούλας – γιαγιάς μου, στο άκουσμα αυτών των λόγων, στράφηκαν σε μένα. Εκεί μέσα από την οθόνη της τηλεόρασης. Λες και ξεκόλλησε από τις αιματοβαμμένες σελίδες της ιστορίας και διακτινίστηκε  στο ιλαρό παρόν της εόρτιας σύναξης.
      Τα μάτια της πλέον, εκτός από καταγάλανα (εκ φυσικού) ήταν τώρα γεμάτα φως και δάκρυα. Χαρούμενα δάκρυα. Ανέλπιστα. Τέτοια τιμή δεν την περίμενε, δεν την υπολόγιζε. Θεοφάνεια ξανά στην πατρίδα της, όπως τότε, όπως πάντα! Τέτοιο βάλσαμο στον απροσμέτρητο πόνο της δεν είχε ξανανιώσει! Δεν αναλογίστηκε πως μια τέτοια σπονδή τιμής και μνήμης θα την  ανάσταινε έστω προς ώρας.
     Για πρώτη φορά είδα τη γιαγιά μου τόσο ολοφώτεινη, με μια αύρα παραμυθίας και συχώρεσης να την καταυγάζει. Πριν θαμπώσουν τα μάτια μου απ’ τα δάκρυα, πρόλαβα να τη δω να μου χαμογελάει…
      Αποτραβήχτηκα απ’ την οθόνη προσέχοντας να μη σπαράξει διόλου από μέσα μου η μορφή της. Και πήρα αγκαλιά την συνονόματή της κόρη μου, σιγο-τραγουδώντας:

«Το καθρεφτάκι σου παλιό
και πίσω απ’ τη θαμπάδα
η Σμύρνη με το Κορδελιό
και η παλιά Ελλάδα

Μουτζουρωμένο το γυαλί
μα πίσω απ’ τους καπνούς του
βλέπει ο Θεός το Αϊβαλί
   και σταματάει ο νους Του» (...) 


                                                                                                                   Λ. Κ.  

Σάββατο, Ιουνίου 20, 2015

Ένας κάκτος στο μπαλκόνι μου...


Ένας κάκτος φωλιάζει στη γλάστρα μου
μικρός, αγκαθωτός, συνεσταλμένος.
Ούτε υποψία αίγλης.
Σχεδόν άχρωμος, δίπλα στην εκκεντρική μολόχα.
Μοιάζει να καταμετρά ημέρες μοναξιάς,
 κλεισμένος στην παχύφυτη σάρκα του.

Ώσπου… έξαφνα, ένα πρωί
δυο μίσχοι ξεμύτισαν από το σώμα του.
Ως το βράδυ, σαν βεντάλιες, είχαν ανοίξει τα άνθη.
Μεγάλα, σπαθωτά, ανοιχτόκαρδα.
Ξεχύθηκε χρώμα και ομορφιά απρόσμενη…
Η μολόχα και ο φλύαρος φίκος παραδίπλα
έδειξαν να σαστίζουν.
_ Μα καλά… ένας κάκτος;
_ Τι αλαζονεία, τι θράσος(!)
… Ως το βράδυ,
τα κοτσανάκια του έγειραν, οι μίσχοι γονάτισαν,
τα άνθη μαράθηκαν.
_ Τον γλωσσόφαγαν !  σχολίασε ο μελαγχολικός πανσές.
Και επέστρεψε ο κάκτος στην ασφαλή του αφάνεια,
το «εφήμερον» της δόξας
αναλογιζόμενος…


             Λ. Κ.

Τετάρτη, Ιουνίου 03, 2015

Body… No: 132

     Σε είδα προχθές, σε μια εικόνα στριμωγμένο, δίπλα σε ένα ειδησεογραφικό μονόστηλο…
     Εκεί που διάβαζα πελαγωμένος για τα αδιέξοδα σενάρια της παγκόσμιας κρίσης μας, για τα ατέρμονα συμβούλια των ισχυρών της γης, για την αναξιοπρέπεια της φτώχιας που ενδημεί πολλαπλασιαζόμενη γύρω μας, για τα αναλώσιμα θύματα στη θηριωδία  των πολέμων…
Μες στο ορυμαγδό των εκρηκτικών ειδήσεων με ξάφνιασες!
     Πέρασες δίπλα από τα μάτια μου, τόσο διακριτικός, σχεδόν αφανής, κλεισμένος στο σιωπηλό σου φέρετρο. Ούτε καν το όνομά σου δεν υπήρχε. Ίσως γι’ αυτό προκάλεσες την προσοχή μου. Η ανωνυμία σου μου φάνηκε τόσο εύγλωττη. Το ταλαιπωρημένο σου σώμα ένας αριθμός επιπλέον, ανάμεσα στις χιλιάδες των θαλασσοπνιγμένων λαθρομεταναστών.
Κι ενώ στην αρχή θα ‘θελα πολύ να μάθω ποιος είσαι, γρήγορα η καταναλωτική περιέργεια των ματιών μου συστάλθηκε, ταπεινώθηκε προσκρούοντας στο σφραγισμένο σου φέρετρο…
     Και τι σημασία έχει στ’ αλήθεια αν ήσουν οικογενειάρχης, που ξεπούλησες το βιος σου αγοράζοντας δυσεύρετες θέσεις στις προορισμένες να ναυαγήσουν «σωστικές» λέμβους, ή ακόμα ιδεολόγος – άθυρμα στη σύγχρονη «σταυροφορία» του τζιχάντ. Θα μπορούσες να ήσουν γυναίκα που άπλωσες τα φτερά της καρδιάς σου στην άγνωστη γη της επαγγελίας ή και παιδί, που σε φυγάδευσαν νύχτα, με φυλαχτό στον κόρφο σου τις μνήμες της ορφάνιας σου…
     Πέρα από ηλικίες, φύλλα, φυλές και εθνότητες ήσουν ένας άνθρωπος διψασμένος για ζωή και ελευθερία. Και μόνο που έπαιξες τη ζωή σου ζάρι γι’ αυτούς τους πόθους, αξίζεις από εμάς, τους συχνά μεμψίμοιρους αποδέκτες σου, τουλάχιστον το ενδιαφέρον και το σεβασμό μας. Έδωσες τη ζωή σου για να έρθεις στα χώματά μας, στις ευημερούσες χώρες μας, αυτές που για σένα ήταν ο επίγειος παράδεισος, αλλά σε εμάς πλέον αρχίζουν να φαίνονται φθίνουσες και ασφυκτικές.
     Όσο κοιτάζω μελαγχολικός την τελευταία σου – ακούραστη για πρώτη φορά – πορεία προς στη χωμάτινη κατοικία σου, τόσο νιώθω πιο ομιλητική τη σιωπή σου. Αν ξυπνούσες για λίγο, δεν ξέρω αν θα κραύγαζες χολωμένος και κατάπικρος εναντίον μας, ή  αν απλά θα μας κοιτούσες εταστικά, περιεργαζόμενος με κατάπληξη τον «πολιτισμένο» οίκτο στα πρόσωπά μας. Νιώθω ωστόσο να σε κατακλύζει το γοερό σου παράπονο, να ξεχειλίζει σχεδόν από το σφραγισμένο σου φέρετρο. Η μορφή σου ξαφνικά παίρνει σάρκα και οστά, ζωντανεύει και ορθώνεται εμπρός μας σαν αμείλικτος κριτής, και τα θολωμένα από την αρμύρα μάτια σου πρώτη φορά βυθίζονται σαν λεπίδες στη νωθρή μας ψυχή. Από τα βάθη της Μεσογείου που πνίξαν την ανάσα σου, αλλά και από τα έγκατα της «αμελητέας» σου ύπαρξης αναδύεται νομίζω πιο δυνατή από ποτέ η φωνή σου. Ξαφνικά από πιόνι του ανθρωποφάγου συστήματος και παρίας της οικουμένης, γίνεσαι εσύ ο δικαστής που ανακρίνεις. Προφανώς, φαντάζομαι πως κατέκτησες με το θάνατό σου αυτό το… δικαίωμα. Έπρεπε δηλαδή να θαλασσοπνιγείς για να εισακουστεί η κραυγή σου, ή μήπως ούτε αυτή η αυτοθυσία σου δεν είναι αρκετή;


          Και από κάτω, στο εδώλιο όλοι εμείς…  Η εξέχουσα και κρατούσα τάξη πρωτίστως, που «νίπτει» αενάως «τας χείρας» και «καταθεματίζει και ομνύει ότι ουκ οίδε τον άνθρωπο» (!) (Μαρκ. 14.71). Λένε: Μα… δεν ξέρουμε ποιοι είναι αυτοί, και ποιοι τους στέλνουν και γιατί τολμούν ένα τόσο ριψοκίνδυνο ταξίδι, οι …αφελείς. Τόσο απελπισμένοι είναι; Και πού νομίζουν ότι μπορούν να βολευτούν στα δικά μας μέρη; Τι είναι δηλαδή η Ευρώπη; Άσυλο κατατρεγμένων; Μακάρι να μπορούσαμε να σταματήσουμε τη ροή τους προς τη Δύση. Τουλάχιστον καταδικάζουμε απερίφραστα αυτό το έγκλημα…
Και ταυτόχρονα τα οπλικά συστήματα διοχετεύονται αφειδώς προς Ανατολάς, εξοπλίζοντας αυτούς τους ίδιους τους δημίους των φυγάδων, χάριν γεωστρατηγικών συμφερόντων και ανίερων συμμαχιών, στο όνομα της αδηφάγου οικονομικής επικυριαρχίας! Την ίδια στιγμή μεγαλοεπιχειρηματίες, ορμώμενοι εκ Δύσης κυρίως, μεγαλουργούν ως σύγχρονοι δουλέμποροι, διακομίζοντας τη …φθηνή τους πραμάτεια έναντι αδράς αμοιβής.
          Είναι και οι άλλοι βέβαια, οι ευτελείς οικτίρμονες. Αυτοί κλαυθμηρίζουν σε πολλούς τόνους διατυμπανίζοντας την ηθικόλογη ευαισθησία τους.
 Είναι αδιανόητο να κωφεύουμε, λένε, σε αυτές τις θλιβερές απώλειες. Ήρθε ο καιρός να παρέμβουμε άμεσα πλέον. Να αλλάξουμε τους όρους του διεθνούς ναυτικού δικαίου. Να ενεργοποιήσουμε τις ανθρωπιστικές οργανώσεις. Να πατάξουμε τη διαφθορά. Είναι κρίμα να χάνονται άδικα συνάνθρωποί μας.
 Και μετά από λίγα βαρύγδουπα άρθρα, μεγαλόστομες καταγγελίες (ανώνυμες πάντα) ακολουθούν οι ακτιβιστικοί παροξυσμοί, ίσως και κάποιος «τηλεμαραθώνιος» για τους συγγενείς των θυμάτων (αν ποτέ βρεθούν…), ώσπου τα ευχολόγια εξαντλούνται και η επαναφορά στην βολεμένη μας τύρβη φαντάζει ακόμη πιο ένοχη…
          Κάπου εκεί μέσα, σε αυτό το ετερόκλητο και ανώνυμο πλήθος, που συνωστίζεται στο εδώλιο, αισθάνομαι ότι βρισκόμαστε πολλοί. Αμέριμνοι περιπατητές του βίου μας, κρυμμένοι στον εθελόδουλο κομφορμισμό μας,  αναμηρυκάζουμε τις μικρόχαρες ιδιοτέλειές μας. Καμιά φορά βαυκαλιζόμαστε κιόλας για τον «πολιτικό μας πολιτισμό» και σπεύδουμε να αποποιηθούμε των ευθυνών, επικαλούμενοι την ουτοπικότητα της ατομικής πρωτοβουλίας. Πόσο όμως δίκιο είχε ο βαθιά ανθρώπινος και ψυχογραφικός Ντοστογιέφσκι, όταν κάποτε αισθάνθηκε την ανάγκη να ζητήσει συγχώρεση από κάποιον εγκληματία. Στην έκπληξη του εγκληματία, εκείνος απάντησε: «Αν εγώ ήμουν καλύτερος ίσως εσύ ποτέ να μην έφθανες σε εξευτελιστικές πράξεις».

        Να γιατί λοιπόν πάνω σε αυτό το αριθμημένο φέρετρο αντικατοπτρίζεται η δική μας συνενοχή. Είμαστε κομμάτια αυτού του κόσμου που σε πέταξε στο κύμα. Είμαστε συνυπεύθυνοι, όσο σιωπούμε στις φονικές πολιτικές των κρατούντων.
        Σε κάποιο από τα «κέντρα υποδοχής» στη Λαμπεντούζα, κάποιος από τους λαθρομετανάστες, που ξεγέλασε το Χάρο, (θα μπορούσε να είναι το Νο: 133) έγραψε σε έναν τοίχο, με απαράμιλλη πειθώ: «I spend all my life to search freedom»! 
       Άρα, είμαστε και υπόλογοι, όσο υποθηκεύουμε την πνευματική μας ελευθερία για λίγα κόκκαλα υλικής ευδαιμονίας. Είμαστε αξιολύπητοι όσο συμβιβαζόμαστε με τη χαμέρπεια της εγωπαθούς αδράνειας και δε γινόμαστε εμείς η αλλαγή που θέλουμε να συμβεί. Είμαστε οι ίδιοι θύτες και θύματα, όσο δεν απλώνουμε το χέρι στον οποιονδήποτε «ναυαγό» - συνάνθρωπο, γιατί δε θέλουμε να ριψοκινδυνεύσουμε την τόσο εύθραυστη ασφάλειά μας.

         Μικρέ μου, ανώνυμε λαθρομετανάστη
Η αθάνατη ψυχή σου είμαι σίγουρος πως θα ανακουφίζεται κάθε φορά που θα ακούμε τη σιωπηλή σου φωνή. Το αξίζεις. Και μόνο έτσι ίσως ελπίζουμε να σταματήσουν να αυξάνονται οι …αριθμοί των διαδόχων σου. Μέχρι τότε εσύ και τα παιδιά σου – αυτά που ίσως δεν πρόλαβες να φέρεις στο κόσμο – θα μας ελέγχουν… Όπως λέει και ο ποιητής μας:
                 « Κριτές θα μας δικάσουν οι αγέννητοι, οι νεκροί» (Κ. Παλαμάς)        

                                                                                 Λ. Κ.  



         
   

Σάββατο, Απριλίου 11, 2015

Πάθος: Ο δρόμος της Ανάστασης

     

    Μ. Παρασκευή. Λίγες ώρες πριν την Ακολουθία του Επιταφίου θρήνου. Και δεν ξέρω γιατί όλα όσα συνωστίζονται μέσα μας, (ίσως περισσότερο τον τελευταίο καιρό) νομίζω ότι δεν χωρούν ούτε στο θρήνο μιας Μεγάλης Παρασκευής… Μάλλον ο ίδιος ο θρήνος, ως αυτονόητος μονόδρομος ενώδυνης ψυχικής έκφρασης και συναισθηματικού ξεσπάσματος φαίνεται τόσο ανεπαρκής και ημιτελής. Η ψυχή μας διψά για το «μετά» τον θρήνο, για την υπέρβασή του, για την κρυμμένη στα πυκνά νέφη αχτίδα του ήλιου, την ελλείπουσα ελπίδα.
      Σε λίγο θα περιάγουμε το ενταφιασμένο Σώμα του Χριστού στους δρόμους και τις πλατείες της χώρας μας. Πέρα από όσους μένουν παγερά αδιάφοροι στα εκκλησιαστικά δρώμενα∙ πέρα από εκείνους που το βλέπουν ως εθιμοτυπικό event της ημέρας, ευκαιρία για ρομαντική έξοδο και αισθητική ευωχία, υπάρχουν όλοι εκείνοι  που θα ακολουθήσουν την πομπή, που θα αντικρίσουν τον Επιτάφιο με υγρά μάτια και καρδιά πάλλουσα.
      Στα μάτια αυτών των ανθρώπων θα καθρεφτιστεί και φέτος τόσος πόνος! Ένας πόνος άλλοτε οξύς και βίαιος, άλλοτε χρόνιος και αδιόρατος∙ συνήθως συσσωρευμένος, πικρός και αδιέξοδος. Παρελαύνουν από τη  μνήμη μου ζοφερές εικόνες ανθρώπινου πόνου, σκηνικά που εκταμίευσαν τα μάτια μου από τα ειδησεογραφικά δελτία και sites ή όσα συναντά το βλέμμα μου στους αφανείς μάρτυρες της καθημερινότητας:
      Οι χιλιάδες των νεκρών στην πολεμική υψικάμινο της Μέσης Ανατολής, τα βιαίως αναιρεθέντα θύματα που αφήνει ανελέητα πίσω της η λαίλαπα του «τζιχαντ», το διάχυτο αίμα, τα λεηλατημένα σώματα, οι απαρηγόρητοι οικείοι.
      Οι μανάδες, που ακουμπούν στο φέρετρο των παιδιών τους αποθέτοντας ταυτόχρονα πάνω σε αυτό την ύστατη απαντοχή τους.
      Το θυμωμένο, μελαμψό συνήθως, μουτράκι εκείνων των ορφανών και ενίοτε ακρωτηριασμένων ή πληγωμένων παιδιών, που απεγνωσμένα ζητούν νόημα και τρόπο επιβίωσης μέσα σε ένα τοπίο αδηφάγου, φονικού πολέμου, που τους στέρησε ό,τι μόλις πρόλαβαν να αγαπήσουν.
      Οι εκατόμβες των λαθρομεταναστών, άλλοι θαλασσοπνιγμένοι, άλλοι θαλασσοδαρμένοι, όλοι όμως με εκείνο το σημάδι του άναρθρου φόβου και γοερού πόνου χαραγμένο καταμεσής στο βασανισμένο τους πρόσωπο…
      Οι απόβλητοι «ξένοι» αυτού του κόσμου, που συγχρωτίζονται μέσα στο μισοσκόταδο του κοινωνικού περιθωρίου ζώντας τη μοιραία μοναξιά τους ανάμεσα στα στενοσόκακα των πόλεων. Άλλοι ισοπεδωμένοι από την έσχατη ένδεια, άλλοι ξεγελασμένοι από το κυνήγι της ευτυχίας, άλλοι κρυμμένοι στην κοινωνικά επιλήψιμη ιδιορρυθμία και εσωστρέφειά τους.
      Και έπειτα η σκέψη μου ταξιδεύει στον πιο αφανή πόνο. Στους μελαγχολικούς διαδρόμους των νοσοκομείων, στις ατελείωτες ουρές έξω από τα χειρουργεία, με τους συγγενείς να κρέμονται από τα σφιχτά χείλη των γιατρών, στους ανιάτως πάσχοντες, σε αυτούς που αναμετρούνται κάθε στιγμή με το θάνατο και διαστέλλουν με τον αγωνιστικό τους σφυγμό κάθε δευτερόλεπτο της ζωής.
       Είναι ακόμη όλοι όσοι «αιμορραγούν» από αλλεπάλληλα ψυχικά τραύματα, τραγικά θύματα ενδο-οικογενειακών συγκρούσεων, ηττημένοι από την υπόγεια βία∙ άλλοι ισόβια κατατρεγμένοι και άλλοι αιχμάλωτοι μέσα στα χρυσά κλουβιά της ανίας τους, με «εμφιαλωμένες» καρδιές, που δε γεύτηκαν ποτέ τη χαρά να σε αγαπούν και την ελευθερία να αγαπάς.
        Σε όλον αυτόν τον απροσμέτρητο, τον ανένδοτο, τον ασύνορο και συχνά βουβό πόνο τι μπορεί άραγε να ωφελήσει ο θρήνος; Και από την άλλη όμως, πώς μπορεί το οδυνόμενο πλάσμα – αυτός ο μικρός εμπαθής άνθρωπος – να κρατηθεί από το Σώμα του ενταφιασμένου Πλάστη του και να πάρει δύναμη και ζωή;
        Δεν είναι προφανώς ο τάφος του Χριστού ένας τάφος κοινότυπος. Δεν είναι ένα μνήμα που φυλάκισε το σώμα ενός ακόμη θνητού που ολοκλήρωσε τη διαδρομή του στη γη. Είναι ένας τάφος από τον οποίο ανατέλλει Ζωή. Είναι ένας τάφος που δεν μπόρεσε να τον σφραγίσει ο λίθος της ανθρώπινης φυσικής νομοτέλειας, ούτε να περικλειστεί από τη σκληρόκαρδη λογική αυτών που προκαλούν τον πόνο και εμμένουν σ’ αυτόν. Γιατί ακριβώς είναι ένας τάφος που δέχτηκε πρώτα έναν Εσταυρωμένο για να αναιρεθεί έπειτα από έναν Αναστημένο.
        Λέμε στην ακολουθία του Όρθρου του Μ. Σαββάτου: 
 «Μάτην φυλάττεις τὸν τάφον, κουστωδία.
Οὐ γὰρ καθέξει τύμβος αὐτοζωΐαν»

Μτφρ. «Μάταια φυλάει τον τάφο η φρουρά (των στρατιωτών).
Δεν πρόκειται ο τάφος να κρατήσει μέσα του φυλακισμένη την ίδια τη Ζωή»!

        Βαδίζοντας ο Θεάνθρωπος αγόγγυστα τη μαρτυρική οδό των Παθών Του, στην ουσία μάς έδειξε το μοναδικό δρόμο για την υπέρβαση των δικών μας παθών. Είτε είναι πάθη της ψυχής που μας κατατρύχουν ενδόμυχα και παγώνουν της καρδιάς μας τη ζέση, είτε είναι τα «πάθια» μας – όπως θα έλεγε ο Παπαδιαμάντης –  δηλαδή οι  μύριες βιοτικές πίκρες και δοκιμασίες μας, ξέρουμε πλέον πως αυτά μπορούν να γίνουν ο ασφαλέστερος οδηγός για την προσωπική μας Ανάσταση. Αρκεί να επωμιστούμε φιλότιμα τον άθλο του διηνεκή μας αγώνα, τη φιλόπονη καρτερία, την ασυμβίβαστη ελευθερία, την υψοποιό αυταπάρνηση, την αδιάπτωτη ελπίδα.
       Έτσι ο θρήνος αποκτά πλέον ένα πολύ συγκεκριμένο και προσωρινό νόημα. Είναι απλά η επιβεβαίωση του Πάθους, είναι το τίμημα του συνειδητού πόνου μας, που τον διαδέχεται πάντα η λύτρωση, η δικαίωση, η αναστάσιμη χαρά. Μπορεί να ακούγεται βέβαια αυθαίρετη και αβάσταχτα παραμυθητική η φράση «διαδέχεται πάντα», αλλά πόσο αληθινή μπορούμε να την αισθανθούμε, αν τοποθετήσουμε τον κάθε Άνθρωπο πέρα από τα συμβατικά υλικά σύνορα του χρόνου και του χώρου. Όταν τον δούμε δηλ. στην πραγματική αιώνια πνευματική του διάσταση∙ γιατί μόνο μέσα σε αυτήν αποκτά νόημα και καταξιώνεται η πολύτιμη ύπαρξή μας!
                
«(…)Μηδεὶς ὀδυρέσθω τὰ πταίσματα·συγγνώμη γὰρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε·
             μηδεὶς φοβείσθω τὸν θάνατον· ἠλευθέρωσε γὰρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος·
ἔσβεσεν αὐτόν, ὑπ᾽ αὐτοῦ κατεχόμενος·»
γράφει στον Κατηχητικό του λόγο ο ιερός Χρυσόστομος. Και με τα λόγια αυτά χαράζει ένα νέο μονοπάτι δια μέσου όλων των εποχών για τους απανταχού του κόσμου θρηνούντας.

       Όσο θα βαδίζουμε ταπεινά, επίμονα και ελπιδοφόρα την καθημερινή σταυρική μας πορεία, τόσο μπορούμε να αντικρίζουμε στην κορυφή το ζωογόνο φως της Ανάστασης και να είμαστε σίγουροι ότι το αίμα, το δάκρυ και ο ιδρώτας μας φέρνουν καρπούς.

                                                                                                             Λ. Κ. 

Τρίτη, Αυγούστου 26, 2014

Ο μελαγχολικός Ρωμιός



        Ένας κι εγώ, ανάμεσα σε πολλούς τουριστικούς μετανάστες του θέρους, βρέθηκα προ ημερών προσκυνητής στον ιερό τόπο των Δελφών. Εκεί, περιδιάβαζα στις αίθουσες του Μουσείου με τα λαμπρά εκθέματα, έκθαμβος και ενεός μπροστά στο ομιλητικό «αίνιγμα» της Σφίγγας, στη δυναμική αρμονία των Κούρων, στη δωρική ομορφιά του ηνίοχου, στο γοητευτικό κάλλος των ολοζώντανων αγαλμάτων. Παιδί ακόμη – όταν τα είχα πρωτοδεί – και διαπίστωνα πόσο άλλαξε η εσωτερική μου όραση τόσα χρόνια μετά… Γύρω μου, οι περιφερειακές αισθήσεις συνελάμβαναν κατά διαστήματα εκφράσεις εντυπωσιασμού, ηχηρά σχόλια – σε ποικιλία γλωσσών (εκτός της ελληνικής…) – και πολλές κάμερες υψηλής εστίασης,  που για ώρα πολλή έμεναν κολλημένες σε λεπτομέρειες των εκθεμάτων, στην προσπάθεια να αποκρυπτογραφήσουν τα μύχια μυστικά τους.
      Κατά διαστήματα ωστόσο, εκεί μέσα στις πανύψηλες, μεγαλοπρεπείς σάλες, απλωνόταν και μια περίεργη ομιλητική σιωπή. Έβλεπες κάποιους να «βυθίζονται» για ώρα σε ένα αέτωμα, σε ένα μαρμάρινο σπάραγμα, σε μια σύνθεση, σε μια μορφή. Ένιωθες να διαλέγονται μαζί του, να επικοινωνούν σε μια δική τους γλώσσα που ίσως να είναι και η κοινή γλώσσα του αισθητικού κάλλους, έτσι όπως μοναδικά εύγλωττα το αποδίδουν τα αρχαιοελληνικά  γλυπτά. Αισθανόσουν ότι μια μυστική αδιόρατη έλξη τους μαγνήτιζε και τους ανάγκαζε ξανά και ξανά να επιστρέφουν για να δουν από διαφορετικές γωνίες το έκθεμα. Η έλξη γινόταν ανταπόκριση στην αφοπλιστική πειθώ της Τέχνης και εκείνη οδηγούσε σε μια προσωπική υπαρξιακή μέθεξη.
      Το δικό μου προσωπικό ραντεβού πάντως ήταν με μια μικρή προτομή, ίσως όχι τόσο γνωστή και δημοφιλή. Ο «μελαγχολικός ρωμαίος» με περίμενε εκεί, στη διακριτή γωνιά του, ίδιος κι απαράλλακτος πάνω από δύο χιλιετίες. Λίγη σημασία είχε για μένα αν ανήκε στο Ρωμαίο στρατηγό Φλαμινίνο (σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη) ή σε κάποιον άλλο Έλληνα ή Ρωμαίο φιλόσοφο ή αξιωματούχο. Οι φιλολογικές προσεγγίσεις ξαφνικά μου φάνηκαν πολύ αδύναμες να ερμηνεύσουν αυτό το υπέροχο πορτραίτο. Τις άφησα κατά μέρους και όπως άρχισε να με συνεπαίρνει το εσωτερικό εκείνο «άγγιγμα» του γλυπτού ένιωσα πηγαία την ανάγκη να το υπερασπιστώ. Να υπερασπιστώ τη μελαγχολία εκείνου του αρχαίου ανδρός….   
      Μου φάνηκε στην αρχή μια μελαγχολία πολύ δικαιολογημένη. Στρατιές πολύγλωσσων τουριστών παρελαύνουν καθημερινά μπροστά του εδώ και δεκαετίες. Τον θαυμάζουν, τον μελετούν, τον ερμηνεύουν, αλλά πόσους αληθινά αγγίζει η μελαγχολία του; Πόσοι την αποκωδικοποιούν με ενάργεια; Πόσοι την ανατέμνουν; Το πλέον πιθανό είναι να την αποδίδουν στην απώλεια κάποιου αξιώματος ή στην επίγευση μια πολεμικής ήττας. Η διαχρονικότητα του όμως παραπέμπει στην ίδια την καθημερινή μας ζωή, στην πλοκή των γεγονότων και των πράξεων μέσα στην αέναη ροή του ελληνικού και του παγκόσμιου χωροχρόνου. Άλλωστε αυτό υπαγορεύει και η τηλαυγής ακτινοβολία και διδαχή της αρχαιοελληνικής γλυπτικής τέχνης.
        Έτσι ο «μελαγχολικός ρωμαίος» παίρνει σάρκα και οστά και γίνεται ο οικουμενικός πολίτης, που με την εμβρίθεια της σοφίας του και την ακεραιότητα του λόγου του εκφράζει πανανθρώπινα ιδεώδη. Κυρίως όμως είναι ένας διαχρονικός εκπρόσωπος της φυλής μας, είναι ο δικός μας «Ρωμιός», ο δικός μας γόνος αλλά και γονιός μέσα στον ιστορικό ρου.  Γι’ αυτό και θα μπορούσε να θλίβεται για τα πολλαπλασιαζόμενα πολεμικά μέτωπα ανά την υφήλιο, για τα αιμοσταγή συμφέροντα των ισχυρών της γης, για την καταστρατήγηση του δικαίου και την φρενήρη εκτροπή των ηθών. Αλλά ίσως πρωτίστως να μελαγχολεί για την εθνική αναξιοπρέπεια, την πολιτική ακηδία και την ηθική ραστώνη ημών των σύγχρονων απογόνων…
      Γιατί είμαστε εμείς που υψώνουμε περίοπτα και επιβλητικά μουσεία, αλλά «ψηλώνει και ο νους μας» ταυτόχρονα από την αλαζονική τύρβη της τεχνολογίας. Είμαστε εμείς που διατυμπανίζουμε ως προνόμιο τον αρχαιολογικό μας τουρισμό, αλλά οι παρωπίδες του κέρδους μάς καθιστούν στυγνούς εκμεταλλευτές ή – στην καλύτερη περίπτωση – τραγικά ξένους μπροστά στη μεγαλοπρέπεια του αρχαιοελληνικού ήθους. Είμαστε εμείς που εφηύραμε την έννοια του «πολιτικού πολιτισμού» για να κρύβουμε ακριβώς πίσω της όλη την ευτέλεια του μικρόψυχου καιροσκοπισμού μας. Είμαστε εμείς που πλέκουμε διθυράμβους για την αρχαιοελληνική μας κληρονομιά σε εκδηλώσεις και συνέδρια, αλλά η ψυχή μας δεν «κλίνει γόνυ» ενώπιον του πνευματικού μεγαλείου που μαρτυρούν τα ζωντανά μας αγάλματα…
    Γιατί ακριβώς η λέξη άγαλμα, όπως τη γέννησε η νοηματική πλαστικότητα της γλώσσας μας, παράγεται από το «αγάλλομαι», δηλ. χαίρομαι βαθιά ευρισκόμενος «ενώπιος ενωπίω» με την τέχνη του γλυπτού. Και αυτό σημαίνει ότι επικοινωνώ προσωπικά με το άγαλμα, σαν να είναι αυτό ο «μίτος» που με βγάζει από το λαβύρινθο της πολυδαίδαλης ζωής μου για να συναντήσω στην άλλη άκρη τους προγόνους μου. Είναι αυτό το παγωμένο και «σπαραγμένο» μάρμαρο που πάνω του ακουμπάς τη ζεστή ψυχή των πατέρων σου, που ακούς την ιλαρή φωνή τους, γεύεσαι το φως της υψοποιού τέχνης τους και τελικά συνειδητοποιείς τη μικρότητά σου μπροστά στο βαρύτιμο και ανεξίτηλο στο χρόνο νόημά του.
   Ίσως λοιπόν η μελαγχολία του «ρωμαίου» να αποστάζει αυτήν την αιώνια πίκρα της Ελληνικής ψυχής: Τον αέναο μόχθο μας να υπερβούμε το χαμερπή μας εαυτό, αλλά και την οικτρή διαπίστωση ταυτόχρονα – περισσότερο στις μέρες μας – ότι χάνουμε συχνά την πυξίδα της πολιτισμικής μας φύτρας. Αυτήν την πυξίδα επιβάλλεται να αναζητούμε μέσα από τους ιερούς φορείς του λαμπρού παρελθόντος μας, τα ένδοξα μνημεία. Πάντα με συναίσθηση της ευθύνης, με πνεύμα μαθητείας και με εθνική αυτοσυνειδησία. Διότι μπορεί η αποκάλυψη των τάφων της Αμφίπολης να προξενήσει εκ νέου οικουμενική διασπορά της ιστορικής μας φήμης. Πόσο όμως ενδεείς και μηδαμινοί θα φανούμε, όταν απλά θα προσμετρούμε στη γωνιά τα οικονομικά μας οφέλη, βαυκαλιζόμενοι για τη δόξα του τόπου μας, μένοντας ωστόσο για άλλη μια φορά αμέτοχοι στο κάλεσμα για μια αυτοκριτική ανατομία της ελληνικής ψυχής με εργαλείο την αρχαία μας τέχνη;  Ο «μελαγχολικός ρωμιός» θα έχει τότε επιπλέον λόγους να εμμένει στη μελαγχολία του. Γιατί τα αγάλματα δεν είναι απλά κοσμήματα των μουσείων, αλλά όπως λέει και ο Ποιητής μας:
  « … τα αγάλματα είναι αυτά που σε κυνηγούν, πώς δεν το βλέπεις; Θέλω να πω, με τα σπασμένα μέλη τους, με την αλλοτινή μορφή τους που δε γνώρισες κι όμως την ξέρεις. (…) Γιατί τ’ αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια, είμαστε εμείς.» (Γ. Σεφέρης, Κίχλη 1947)    
                                                                                      Λ. Κ.